Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Φήμη και Πελατεία μιας περιοχής: γιατί πρέπει να διαφυλάττουμε ένα κρίσιμο περιουσιακό στοιχείο σε τοπική κλίμακα



Θεόδωρος Κουτρούκης





Μια γνωστή έννοια από τη λογιστική επιστήμη είναι η υπεραξία ενός οργανισμού (Goodwill), που υπολογίζεται από τη διαφορά που παρατηρείται μεταξύ του κόστους εξαγοράς και της λογιστικής αξίας της.
Η υπεραξία αυτή πολλές φορές αναφέρεται στη φήμη και πελατεία. Ο λεγόμενος «αέρας» μίας επιχείρησης αναφέρεται στην επιπρόσθετη αξία ενός οργανισμού λόγω της καλής φήμης, της πελατείας, του brandname ή της θέσης του και, κατ΄ επέκταση, το χρηματικό αντίτιμο που αναλογεί σε αυτήν.
Η φήμη και πελατεία είναι ένα σημαντικό μέγεθος και για έναν αυτοδιοικητικό οργανισμό. Πέραν της επένδυσης σε πάγια στοιχεία, ένας Δήμος ή μια Περιφέρεια θα πρέπει να σωρεύει προστιθέμενη αξία στο περιουσιακό στοιχείο της (καλής) φήμης και πελατείας.
Το στοιχείο της υπεραξίας αυτού του τύπου, μπορεί να δημιουργήσει σε μια περιοχή εισροή κεφαλαίων και πόρων καθώς και καταναλωτικών δαπανών,  και κατ’ επέκταση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, πρόσθετο τζίρο στις επιχειρήσεις και εισοδήματα στα νοικοκυριά μιας περιοχής. Επιπλέον η ίδια η αυτοδιοικητική αρχή βγαίνει ωφελημένη εξαιτίας της αύξησης στην είσπραξη δημοτικών τελών και φόρων που δρομολογείται.  
Για τους παραπάνω λόγους η επένδυση στην φήμη και στην πελατεία είναι πολύ σημαντική και υποστηρίζεται από τους αυτοδιοικητικούς οργανισμούς, που επιθυμούν να συνδράμουν καταλυτικά την συνύπαρξη ανάπτυξης κι ευημερίας στην περιοχή τους.
Αντίθετα οι ενέργειες αυτοδιοικητικών αρχών που προκαλούν δυσφήμηση της περιοχής ή δυσαρέσκεια σε δυνητικούς καταναλωτές μπορεί να αποβούν (αυτό)καταστροφικές. Τα πλήγματα στην φήμη και την πελατεία μιας περιοχής είναι συνήθως μακροχρόνια και δύσκολα αναστρέψιμα. Η περιοχή θα υποστεί αρνητικές επιδράσεις στην αναπτυξιακή της πορεία (αν όχι ύφεση) και, φυσικά, την απώλεια των δημοτικών φόρων η εσόδων θα κληθούν να επωμιστούν οι πολίτες: είτε θα λάβουν λιγότερες και κατώτερης ποιότητες υπηρεσίες, ή θα πληρώσουν εκείνοι τους διαφυγόντες φόρους και τέλη των ΟΤΑ.




Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Νέα Μανωλάδα

Θεόδωρος Κουτρούκης




















Οι πιέσεις για αλλαγές προς την κατεύθυνση της μείωσης του κόστους εργασίας και της αύξησης της εργασιακής ευελιξίας, ασφαλώς, δεν είναι καινούριες.
Αυτό όμως που άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια είναι η ισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων.
Με ένα εξασθενημένο συνδικαλιστικό κίνημα και υψηλότατα ποσοστά ανεργίας η εργατική πλευρά είναι έντονα εκτεθειμένη στους αποδιαρθρωτικούς ανέμους που πνέουν στην αγοράς εργασίας.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό της συρρίκνωσης της διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων έχει ανοίξει η όρεξη πολλών «προβατόσχημων λύκων» που αποσκοπούν στην ανηλεή εκμετάλλευση των εργαζομένων. Δεν τους φτάνουν οι απλήρωτές υπερωρίες. Δεν τους φτάνουν οι καθυστερήσεις των δεδουλευμένων και η μη απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών. Δεν τους φτάνει η συρρίκνωση των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
Η καινούρια «πειρατική» επιδίωξη επικεντρώνεται στην απασχόληση εργαζομένων για μικρά ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, στους οποίους εκ των υστέρων με διάφορα νομικίστικα τερτίπια δεν αναγνωρίζεται η ισχύουσα σχέση εργασίας.
Το δυστύχημα είναι, βέβαια, ότι αυτό το ρεσάλτο στην αγορά εργασίας έχουν πρόσφατα υιοθετήσει ορισμένοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (άλλοτε –φεύ- θεωρούνταν βάθρα της δημοκρατίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων), που μιμούνται αυτή τη «πειρατική» συμπεριφορά έναντι των εργασιακών δικαιωμάτων. Το εγχείρημα της απασχόλησης εργαζομένων χωρίς αμοιβή ή της παράνομης διακοπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς κανένα σπουδαίο λόγο, μαρτυρά μια αποκρουστική περιφρόνηση των ιερών και όσιων του εργατικού δικαίου.    
‘Όλοι εκείνοι που υιοθετούν τις αρχές της Αξιοπρεπούς Εργασίας θα πρέπει να αντισταθούν στα σχέδια για να δημιουργηθούν νησίδες «εργασιακής μπανανιάς» στη χώρα μας. Πριν έρθει η δική τους σειρά, οι πολίτες και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αντισταθούν στους Ηρακλείς του Βασίλειού της Εργασιακής Ανασφάλειας και να σταματήσουν αυτή την ταπεινωτική εξέλιξη: να μην αφήσουν να γίνει η περιοχή τους μια νέα «Μανωλάδα» των εργασιακών δικαιωμάτων.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Ο Κεϋνσιανισμός σήμερα



Θεόδωρος Κουτρούκης





Αποφασιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της Κρίσης του 1929 και των συνεπειών της διαδραμάτισε ο πολυθρύλητος Βρετανός οικονομολόγος Τζων Μέιναρντ Κέυνς (1883-1946), ο μοναδικός θεωρητικός της Πολιτικής Οικονομίας μετά το Μαρξ, που έδωσε το όνομά του σε οικονομικό δόγμα. Η Θεωρία του Κέυνς ανατάραξε τα ύδατα των "κλασικών" οικονομικών θεωριών την περίοδο του Μεσοπολέμου, ενέπνευσε τη μακροοικονομική πολιτική των περισσότερων δυτικών χωρών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε στο επίκεντρο της αμφισβήτησης από τα φιλελεύθερα μονεταριστικά δόγματα, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Η δεκαετία του 1930 ήταν μια εξαιρετικής σημασίας περίοδος για τη μακροοικονομική ανάλυση. Ήταν πλέον πασίδηλο το γεγονός πως το πρόβλημα της ανεργίας έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως χρόνιο φαινόμενο, ενώ ιδιαίτερα αισθητή είχε αρχίσει να γίνεται η αδήριτη αναγκαιότητα για τον εκσυγχρονισμό της οικονομικής θεωρίας, ώστε να ερμηνευτεί η παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα και να υποδειχθούν πιο αποτελεσματικοί τρόποι για την υπέρβασή της. Το κενό αυτό ήρθε να καλύψει ο κορυφαίος οικονομολόγος Τζων Μέιναρντ Κέυνς με την έκδοση του περίφημου βιβλίου του «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», που αποτελεί ορόσημο στην εξέλιξη της επιστήμης. Ο Κέυνς, αν και ήταν θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας, αμφισβήτησε τη δυνατότητα του μηχανισμού της αγοράς να διασφαλίζει αυτόματα την πλήρη απασχόληση. Το κεϋνσιανό θεωρητικό υπόδειγμα ερμήνευσε τη δυνατότητα ισορροπίας με ανεργία σε μια οικονομία σε μακροχρόνιο ορίζοντα και κατέληξε στο συμπέρασμα πως το οικονομικό σύστημα αδυνατεί να αντιδράσει αυτόματα στην οικονομική δυσπραγία, παράγοντας αντίρροπες δυνάμεις που να επαναφέρουν την οικονομία στην πλήρη απασχόληση. Ο Κέυνς, λοιπόν, θεώρησε ότι, στις παραπάνω περιπτώσεις, το κράτος μπορεί να παρέμβει και να επισπεύσει την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης. Τα πορίσματα της κεϋνσιανής θεωρητικής σύλληψης ήταν ρηξικέλευθα για την εποχή τους. Η συμβολή του Κέυνς στην καταπολέμηση της μακροχρόνιας ανεργίας ήταν πολυσήμαντη, ενώ παράλληλα αποτέλεσε την αφετηρία για αλυσιδωτές ανελίξεις στη μακροοικονομική σκέψη. Μετά τον πόλεμο, το κεϋνσιανό υπόδειγμα οικονομικής πολιτικής αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό για τις βιομηχανικές χώρες της Δύσης και χάρισε μεγάλη αίγλη στη μακροοικονομική ανάλυση. Ο κεϋνσιανισμός, ωστόσο, αμφισβητήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τριών τελευταίων δεκαετιών από τις μονεταριστικές αντιλήψεις. Σ αυτή την εξέλιξη συνέβαλαν τόσο η μεγάλη διόγκωση της ανεργίας και του πληθωρισμού στο δυτικό κόσμο στη δεκαετία του 1970, όσο και οι πολιτικές επιτυχίες των φιλελεύθερων οικονομικών αντιλήψεων στη Μεγ. Βρετανία (Μ. Θάτσερ) και στις ΗΠΑ (Ρ. Ρέιγκαν) στη δεκαετία του 1980, που συνδυάστηκαν με την πολιτική φθορά των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Κι ενώ είχε αρχίσει να είναι ευρύτατα αποδεκτή η πεποίθηση πως ο κείίνσιανισμός ήταν πλέον μια "ενταφιασμένη" θεωρία, πολλά σημεία των καιρών δείχνουν πως ορισμένες όψεις του δόγματος του Κέυνς διανύουν τον τελευταίο καιρό περίοδο διανοητικής ανανέωσης. Το Amerίcan Prospect, ένα φιλελεύθερο περιοδικό, πριν μερικά χρόνια εμφάνιζε τον Κέυνς στο εξώφυλλό του με τον τίτλο "Επάνοδος", ενώ ο γνωστός Οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν γράφει ο' ένα βιβλίο του πως «η αναγέννηση των κεϋνσιανών οικονομικών...έχει περιέργως αγνοηθεί». Τέλος, οι Ρόμπερτ Σκιντέλσκι και Λίαμ Χάλλιγκαν, συγγραφείς του βρετανικού μανιφέστου «Πέρα από την ανεργία», Θεωρούν ότι η πλήρης απασχόληση θα πρέπει να γίνει ξανά ο στόχος της οικονομικής πολιτικής και πως ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιδιωχθεί με την ενεργητική ενίσχυση της προσφοράς. Μεταξύ των μέτρων που προτείνουν οι δύο συγγραφείς στο βιβλίο τους είναι:
• Η παθητική επιδότηση των ανέργων (επιδόματα ανεργίας) θα πρέπει να αντικατασταθεί από την επιδότηση για την πρόσληψη και την επανεκπαίδευση των ανέργων μακράς διαρκείας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
•Η αγορά εργασίας θα πρέπει να γίνει πιο ελαστική, με τον προσδιορισμό του μισθού στο επίπεδα της επιχείρησης και με την υιοθέτηση του θεσμού της διανομής των κερδών. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δε θα χρειάζεται να απολύουν εργαζόμενους κάθε φορά που θα έχουν ζημιές, αλλά θα μπορούν απλά να μειώνουν το ποσό που καταβάλλουν στους εργαζόμενους.
Καταλήγοντας, αξίζει να σημειώσουμε πως η πλήρης απασχόληση δεν αποτελεί μόνο ένα στόχο της οικονομικής πολιτικής, αλλά και ένα αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμικού περίγυρου κάθε χώρας. Αν γίνει δεκτή η διαπίστωση πως η διαρκώς αυξανόμενη ανεργία αποτελεί το κορυφαίο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, οι νέες ιδέες οικονομικής πολιτικής που εδράζονται στον κεϋνσιανισμό δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν ως ενδιαφέρουσες.