Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ένα αστέρι πέφτει…πέφτει



Θεόδωρος Κουτρούκης



Είναι γνωστό πως η επέλαση της Παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την Κρίση επέτεινε τις ανισότητες και οδήγησε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα  στο περιθώριο, την ανεργία και τον αποκλεισμό. Αυτές οι εξελίξεις συνοδεύτηκαν από ποικίλες αντιδράσεις.
Μια υπολογίσιμη κοινωνική ομάδα, οι «κερδισμένοι» της παγκοσμιοποίησης (λ.χ. εξωστρεφείς επιχειρηματίες, πολυάριθμοι νέοι άνθρωποι κι, εν γένει, εκείνοι που βιώνουν τα οφέλη της ελεύθερης κίνησης προσώπων, κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών) νιώθουν πολίτες της Ευρώπης ή/και της Υφηλίου, διαπνέονται από κοσμοπολιτικό πνεύμα και υποστηρίζουν την περαιτέρω ενσωμάτωση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Οι Έλληνες αυτοί συμπλέουν με τους πολίτες των λοιπών χωρών-μελών της Ε.Ε. κι ανησυχούν για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τη διάχυση του ευρωπαϊκού κεκτημένου κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
Μια άλλη μεγάλη μερίδα Ελλήνων αφορά σε όσους είναι ή θεωρούν εαυτόν  «θύμα» των ανοικτών Αγορών και αισθάνονται καχυποψία ή/και εχθρότητα έναντι των εξωτερικών επιρροών. Ιδίως μετά τις διογκούμενες εισροές αλλοδαπών στη χώρα, έντονα διακρίνεται η αναβίωση ενός αναπαλαιωμένου (ξενο)φοβικού εθνικισμού κυρίως στους κόλπους των λαϊκών τάξεων. Αυτή η αντίληψη επιχειρεί, αφενός, να υποτιμήσει την έννοια των κοινωνικών τάξεων συνενώνοντας όλους του πολίτες σε μία «ενιαία εθνική αταξική κοινότητα συμφερόντων» κι, αφετέρου, να ενοχοποιήσει τα παράτυπα εισερχόμενα -στη χώρα μας- πρόσωπα για όλα τα δεινά του τόπου.
Εξάλλου το αντιευρωπαϊκό και αντι-κοσμοπολίτικο πνεύμα δυσπιστίας έχει συμπαρασύρει τελευταία ένα μέρος της άλλοτε κραταιάς Μεσαίας Τάξης (που ραγδαία αφανίζεται) και ελέω Μνημονίων την οδηγεί σταδιακά στην άρνηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης που άλλοτε υποστήριζε διακαώς.
Κύρια στοιχεία αυτής της προσέγγισης του πολιτικού βίου είναι, αρχικά, η απόρριψη των κύριων πυλώνων του πάλαι ποτέ δικομματισμού και των εκάστοτε συνεργατών του (με α-πολίτικους αφορισμούς όπως «κλέφτες», «ψεύτες» κ.α.). Στη συνέχεια αμφισβητούνται de facto τα ίδια τα θεμέλια του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, όπως ο κοινοβουλευτισμός, τα πολιτικά κόμματά, τα εργατικά συνδικάτα κ.α., ενώ σε ένα κρεσέντο λαϊκισμού ο Λαός θεωρείται ως ο «μεγάλος εξαπατημένος» και λησμονούνται οι επί δεκαετίες επιλογές του στην κάλπη. 
Εμβληματικές στιγμές της εντονότατης παρουσίας ενός επιθετικού εθνικισμού στην πολιτική πρακτική ήταν τα λεγόμενα κινήματα των «Αγανακτισμένων» (που δε φείσθηκαν ρήσεων και πράξεων για την περιφρόνηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας) αλλά και το «μελανοκυανέρυθρο στρατόπεδο» του ΟΧΙ στο αμφιλεγόμενης σκοπιμότητας Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, στο οποίο συμπαρατάχτηκαν ασμένως οι κομματικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝ.ΕΛ. (που ήδη συγκυβερνούσαν) και της Χρυσής Αυγής. 
Το επόμενο χρονικό διάστημα η ελληνική κοινωνία θα κληθεί να διαχειριστεί με δημιουργικό τρόπο το αυξανόμενο ρεύμα του εθνικού εξαιρετισμού εν μέσω ασφυκτικών οικονομικών καταναγκασμών και περιορισμένων πόρων. Θα οδηγήσει αυτό το εκρηκτικό μείγμα κοινωνικών κλονισμών σε μια επανεκκίνηση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, ώστε η χώρα μας να ξαναγίνει ισχυρή και ανταγωνιστική; Θα διατηρηθούν ή όχι το ευρωπαϊκό και διεθνές κεκτημένο ελευθέριων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οικουμενικές αξίες και η προστασία του πολίτη από την αυθαιρεσία της εξουσίας; Θα επικρατήσει, υπό την πίεση της λαϊκής οργής και της συστηματικής δημαγωγίας, ένα πνεύμα κοινωνικού μηδενισμού που θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου; Θα δούμε και στην Ελλάδα ότι συνέβη άλλου δηλ. την επικράτηση της εξουσίας βαλκάνιων φυλάρχων σε περιχαρακωμένες κοινότητες, νονών σε μαφιόζικές οργανώσεις και συμμοριών (mutrization) που θα υποσκάψουν κάθε υγιή παραγωγική δραστηριότητα και θα επιτείνουν την οικονομική καταστροφή;
Οι απαντήσεις στα αμείλικτα αυτά ερωτήματα δε θα αργήσουν να δοθούν. Στο κάτω-κάτω της γραφής κάθε λαός είναι υπεύθυνός για τις επιλογές του. Και κάθε εποχή κουβαλά τη δική της αθλιότητά.


Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Ποιος και γιατί φοβάται τον Τύπο;



Θεόδωρος Κουτρούκης 


 

 

Είναι γνωστός ο καθοριστικός ρόλος του Τύπου στη λειτουργία της δημοκρατίας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Ωστόσο η λειτουργία του Τύπου δεν είναι πάντοτε αποδεκτή από τους κατέχοντες και ενίοτε τους ασελγούντες επί της εξουσίας.
Η εξουσία –που, προφανώς, απεχθάνεται τον τύπο γιατί αποκαλύπτει τις ανομίες και ανεπάρκειες της- πάντοτε προσπαθούσε να στραφεί εναντίον των δημοσιογράφων διώκοντας -ενίοτέ και ποινικά- την έντυπη έκφραση.
Ωστόσο, ενημερωτικά ΜΜΕ, τα websites και τα blogs δεν υπάρχουν για να ευλογούν το ανεπαρκέστατο έργο του συνήθως χαμηλής στάθμης πολιτικού προσωπικού. Αυτό το έργο μπορούν να το αναλάβουν τα αμειβόμενα γραφεία τύπου, που στελεχώνει ο εκάστοτε πολιτικός με οσφυοκάμπτοντα στελέχη, που για να μη χάσουν το μισθό τους θα επιχειρούσαν ακόμη και να πείσουν την κοινή γνώμη ότι ο πάτρωνας τους είναι ο τελευταίος επί της Γής προφήτης του Θεού.
Τα ενημερωτικά ΜΜΕ όμως δημιουργούνται για να εκφράζουν την άποψη των λειτουργών τους. Άλλωστε ο καθένας μπορεί να φτιάξει μερικές δεκάδες blogs για να κολακεύουν τη ματαιοδοξία του.
Είναι γενικά παραδεκτό πως ο πλουραλισμός της άποψης είναι η πεμπτουσία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όπως έχει ειπωθεί από γνωστό στοχαστή "δημοσιογραφία" είναι η δημοσίευση κάποιου κειμένου που κάποιος δεν θα ήθελε να δημοσιευθεί. Οτιδήποτε άλλο εντάσσεται στις "δημόσιες σχέσεις".
Ας  γίνει σαφές: δεν υπάρχει "κακός τύπος". Αυτά είναι ιδεοσκαρφίσματα (κουτό)πονηρών ανθρώπων που σπεύδουν να μοιράσουν πιστοποιητικά κοινωνικής νομιμοφροσύνης της κριτικής διαχωρίζοντας την -κατά το προσωπικό τους συμφέρον, φυσικά- σε καλόπιστη και κακόπιστη. "Κακός τύπος" είναι μόνο ο μη ελεύθερος τύπος. Προφανώς υπάρχει περισσότερο ή λιγότερο αμερόληπτος τύπος.  Η όποια μεροληψία, όμως, διορθώνεται μόνο με τον πλουραλισμό και την πολυφωνία. Οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στην ελευθεροτυπία μπορεί να της στρίψει το λαρύγγι.
Τέλος, ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η προσπάθεια "επιδιόρθωσης" της τυχόν μεροληψίας των Μέσων Ενημέρωσης από επίδοξους "Παιδονόμους του Τύπου" που -ας μη γελιόμαστε, δεν είναι θιασώτες της αμεροληψίας αλλά υπερασπιστές των δικών τους συμφερόντων. Διαφορετικά στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ δε θα είχε αναρτηθεί η φράση του Ιάκωβου Μάγιερ ότι "η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης" αλλά ίσως κάποια φράση του πρόσφατα αποβιώσαντος Γεωργίου Γεωργαλά, που τόσο θαύμαζαν οι εχθροί της ελεύθερης έκφρασης.
Οι άνθρωποι του τύπου μπορεί να είναι καλοί, κακοί ή άθλιοι στην εργασία τους. Η Φιλελεύθερη Δημοκρατία όμως έχει επιλέξει έναν  άλλον, πολύ βαρύτερο επιθετικό προσδιορισμό για τους διώκτες τους.


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Η σισύφεια πορεία ευρωπαϊσμού των εργασιακών σχέσεων



Θεόδωρος Κουτρούκης *














Είναι πασίδηλο ότι η διαρκής προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ιδίως η ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης προκαλεί σημαντικές επιδράσεις στο ευρωπαϊκό αλλά και στα εθνικά συστήματα εργασιακών σχέσεων. Οι επιδράσεις αυτές χαρακτηρίζονται από την τάση για μεγαλύτερη αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων προς το επιχειρησιακό επίπεδο (σε αυτόνομες επιχειρησιακές μονάδες) καθώς και για εκ νέου συγκέντρωση τους στο (ευρωπαϊκό) επίπεδο του ομίλου, εξέλιξη που δεν προκύπτει πρωταρχικά από εξωγενή ρύθμιση, αλλά από την αναγκαιότητα για εσωτερικό συντονισμό και έλεγχο του ομίλου.
Ειδικότερα, οι διοικητικές δομές σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνδυάζουν τη συγκέντρωση των αποφάσεων στρατηγικής σημασίας (συγχωνεύσεις, εξαγορές, ανάπτυξη νέων προϊόντων κ.λπ) στο υπερεθνικό εταιρικό κέντρο με την αποκέντρωση στα ζητήματα λειτουργίας των επιμέρους επιχειρήσεων-μελών του ομίλου, οι οποίες απλώς παρακολουθούνται από το κέντρο. 
Αυτή η «συγκεντρωτική» υπερεθνική προσέγγιση στο επίπεδο του ομίλου είναι πιθανότερο να υλοποιηθεί εκεί όπου οι επιχειρηματικές δραστηριότητες ξεκινούν από μηδενική βάση. Αντίθετα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας όμιλος επεκτείνεται κυρίως διαμέσου εξαγορών και συγχωνεύσεων η συγκέντρωση των εργασιακών σχέσεων είναι δυσχερέστερη, γιατί τότε η επέκταση περιλαμβάνει και την απορρόφηση των διαφορετικών διοικητικών τεχνοτροπιών και προσεγγίσεων -και ιδίως στις εργασιακές σχέσεις- και, επομένως, το κόστος της υπέρβασης των διαφορετικών εθνικών παραδόσεων είναι υψηλό και η αντίστοιχη διαδικασία μακροχρόνια.
Παράλληλα, ο «ευρωπαϊσμός» (europeanization) βρίσκεται πλέον στην ημερήσια διάταξη της κονίστρας των εργασιακών σχέσεων. Ειδικότερα, οι ανελίξεις αυτές συνδέονται με μία αλλαγή της ισορροπίας ανάμεσα στο «πολύ-εργοδοτικό» επίπεδο του κλάδου και το «μονο-εργοδοτικό» της επιχείρησης στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος του πρώτου. Επομένως, αντικατοπτρίζουν μία αυξανόμενη απόκλιση συμφερόντων μεταξύ μεγάλων και μικρότερων εργοδοτών  ενόψει της περαιτέρω ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας οι μεγάλοι εργοδότες αναμένεται να εγκαταλείψουν σταδιακά την τομεακή/ κλαδική διαπραγμάτευση και να καθιερώσουν επιχειρησιακές συμφωνίες, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται οι κλαδικές ρυθμίσεις για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας.
Άλλωστε, αυτά τα μονο-εργοδοτικά σχήματα εξυπηρετούν ιδιαίτερα τις διοικήσεις των πολυεθνικών επιχειρήσεων στην προσπάθεια τους να αναπτύξουν συστήματα απασχόλησης επιχειρησιακής κλίμακας, προκειμένου να συμπιέσουν το κόστος τους, να καθιερώσουν εργασιακές ρυθμίσεις που είναι κατάλληλα προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις τους και να διασφαλίσουν την προσαρμοστικότητα που χρειάζονται στις ενδοεπιχειρησιακές εργασιακές σχέσεις πέρα από τις αγκυλώσεις (Εurosclerosis) του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου. Το ζήτημα, άλλωστε, του «ευρωκορπορατισμού» είναι ένα ακανθώδες πεδίο της συζήτησης για το μέλλον των εργασιακών σχέσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 
Οι συνέπειες από την τάση προς τον ευρωπαϊσμό των εργασιακών σχέσεων θα είναι σημαντικές. Οι εργασιακές σχέσεις στο ευρωπαϊκό επίπεδο δε φαίνεται πιθανό να ακολουθήσουν μία πορεία εναρμόνισης γιατί θα αναχαιτιστούν από τις ιστορικά σχηματισμένες διαφοροποιήσεις των εθνικών εργασιακών θεσμών, ενώ τα όποια θεσμικά μορφώματα θα αναπτυχθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα πρόκειται να λειτουργήσουν σε αλληλεπίδραση με τους εθνικούς θεσμούς, δίχως να αποτελούν απομιμήσεις των τελευταίων. Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι η έλλειψη «άνωθεν» ρύθμισης θα οδηγήσει τα εθνικά συστήματα στην «ακινησία», λόγω κυρίως των θεσμικών παρεμβάσεων που εμφανίζονται στο εθνικό επίπεδο, αλλά και στη ραγδαία επέκταση των διεθνοποιημένων  αγορών. Όπως, άλλωστε, επισημαίνει ο Streeck η βασική αντίφαση των εθνικών συστημάτων εργασιακών σχέσεων είναι ότι συνδέονται οριζόντια με αγοραίες σχέσεις και κάθετα με θεσμικές σχέσεις (λόγω του αντίστοιχου υπερεθνικού συστήματος) και, επομένως, η ευρωπαϊκή ενοποίηση που σύρεται από τις δυνάμεις της αγοράς περιορίζει τη διασύνδεση των εθνικών συστημάτων εργασιακών σχέσεων μόνο στο διασυνοριακό -και προφανώς επικουρικού χαρακτήρα- συντονισμό τους.
Άλλωστε, η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην εναρμόνιση και τον συντονισμό είναι ότι η πρώτη υποκρύπτει εσωτερικό ανταγωνισμό καθεστώτων εργασιακών σχέσεων, ενώ δε συμβαίνει κάτι τέτοιο με τον δεύτερο.
Σε αυτό το τοπίο, οι εργασιακές σχέσεις στο εθνικό επίπεδο βαίνουν προς τη μείωση της ικανότητας τους να αποτελούν πυλώνες κοινωνικής προστασίας και πολιτικής και προσανατολίζονται προς ένα πιο εθελοντικό πρότυπο, που θα εδράζεται λιγότερο στις ποινές και τους καταναγκασμούς και περισσότερο στα κίνητρα.
Τέλος, τα εθνικά συστήματα εργασιακών σχέσεων φαίνεται πως θα απορροφηθούν από τα ανάλογα υπερεθνικά μορφώματα,  ενώ τα τελευταία θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται ως επεκτάσεις και όχι υποκατάστατα των πρώτων. Επιπλέον, στην ημερήσια διάταξη των ισορροπιών κεφαλαίου και εργασίας θα συνεχίσουν να βρίσκονται και οι πιέσεις για κοινωνική επαναρύθμιση (re-regulation) των εργασιακών σχέσεων παρά την προώθηση της οικονομικής  φιλελευθεροποίησης αλλά και εξαιτίας της.