Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Η στρατηγική της «σκαλομαρίας*» και το τελευταίο τράμ





Καθώς οδεύουμε προς τις εκλογές της 6ης Μαΐου ο ελληνικός λαός έχει κατακλυστεί από ένα πολιτικό λόγο που υπερχειλίζει από μηρυκασμούς, στερεότυπα, ηθικισμούς, και κενολογίες, που εν μέρει πρεσβεύει την ακυβερνησία της επόμενης ημέρας.


Σε ένα κρεσέντο λαϊκισμού και ανεύθυνης κενολογίας οι πολιτικοί ταγοί ενδύονται το χιτώνα του δήθεν ασυμβίβαστου και επιχειρούν να προβάλλουν το μύθο της ασυμβατότητας της ελληνικής πολιτικής σκηνής με τις συναινετικές πρακτικές και τις τεχνικές συμβιβασμού που διαθέτουν τα συστήματα διακυβέρνησης των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης θεμελιώθηκε στη συντριβή των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων (ΕΚΝΔ/ΕΔΗΚ, ΚΚΕ εσ, ΕΔΑ, Συμμαχία), ενώ η στρατηγική της αδιαλλαξίας αποδείχτηκε πάντοτε

ως η ταχύτερη ατραπός των αντιπολιτευομένων κομμάτων προς την εξουσία και, επομένως, δεν ευνοήθηκαν οι κυβερνήσεις συνεργασίας.

Στην Ελλάδα των Μνημονίων τα πολιτικά κόμματα είναι απρόθυμα να παρουσιάσουν ένα οικονομικό πρόγραμμα με επιστημονική τεκμηρίωση και μετρήσιμους στόχους, αρκούνται στην επικοινωνιακή συρραφή ευσεβών πόθων, ενώ ο ψηφοφόρος που θα ήθελε να μάθει τα μελλούμενα θα ήταν προτιμότερο να μελετήσει την έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Οι μεταμορφώσεις του κεφαλαίου στο στίβο της παγκοσμιοποίησης και η πρωσικής έμπνευσης υφεσιάκη επιλογή της χώρας μας δημιούργησαν το ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα ελληνικά κόμματα ενορχήστρωσαν ένα άκρως ανεύθυνο ρεσιτάλ λαϊκισμού και ευθυνοφοβίας, το οποίο οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο.

Από την άλλη πλευρά η ελληνική κοινωνία είχε υιοθετήσει -ασύνειδα ή μη- τη συλλογική αμυντική στάση της απώθησης (αγνοεί ή επιμένει να μην αναγνωρίζει μια οδυνηρή πραγματικότητα), της άρνησης (αρνείται ένα δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο κομμάτι της πραγματικότητας) και της εκλογίκευσης (επιχειρεί να δώσει ερμηνείες που φαίνονται ευλογοφανείς ή/ και ηθικά αποδεκτές για μη αποδεκτή συμπεριφορά ή επιθυμίες), με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε ή έκανε πως δεν καταλάβαινε αυτά που συνέβαιναν.

Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί την αδυσώπητη αντίφαση ανάμεσα στην περιορισμένη ικανότητα υλοποίησης των συμφωνηθέντων μέτρων πολιτικής -λόγω της λαϊκής αντίδρασης- και τις απαιτήσεις της Ε.Ε. και του ΔΝΤ για να τηρηθούν τα Μνημόνια και η δανειακή σύμβαση.

Συνεπώς, οι πολιτικές ηγεσίες θα κληθούν να χαλιναγωγήσουν το τέρας του λαϊκισμού που οι ίδιες εξέθρεψαν με τις επιλογές της κομματοκρατίας, του πολιτικού υπαλληλισμού και της αποξένωσης των εκλογέων από το πολιτικό γίγνεσθαι, ενώ όλα αυτά θα συμβαίνουν εν μέσω μιας διάχυτης διαφθοράς, ανομίας, ελιτισμού και συντεχνιακής αποδιάρθρωσης της κοινωνίας.

Ενώ οι προηγούμενες εκλογικές συγκρούσεις ανάμεσα στους εταίρους του δικομματισμού δεν έθιγαν την ευρωπαϊκή στρατηγική της χώρας μας, από αυτές τις εκλογές θα κριθεί η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και ειδικότερα αν θα επιτευχθεί η βραδύρυθμη ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας εντός της ΟΝE ή μια άτακτη οπισθοδρόμηση και έξοδος από την Ευρωζώνη και ενδεχομένως από την Ε.Ε.

Για δεκαετίες η ελληνική κοινωνία επέλεξε τη στρατηγική της «σκαλομαρίας» στο ευρωπαϊκό τραμ αξιοποιώντας τα ευρωπαϊκά κονδύλια και εν γένει τα ωφελήματα που πήγαζαν από τη συμμετοχή στην Ε.Ε., χωρίς, ωστόσο, να προωθήσει σε βάθος αναπόδραστες διαρθρωτικές προσαρμογές στην οικονομία της και σε άλλες εκφάνσεις της διοίκησης και της κοινωνικής ζωής.

Στις 6 Μαΐου φαίνεται πως θα περάσει το τραμ το τελευταίο και αυτή τη φορά θα έχουμε την επιλογή να ανέλθουμε πληρώνοντας το αντίστοιχο εισιτήριο (ριζικές οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, εξορθολογισμός πολιτικής ζωής, τολμηρό εγχείρημα τύπου «καθαρά χέρια» κ.α.) ή να παραμείνουμε στη στάση αναμένοντας το επόμενο αλλά αμφίβολο δρομολόγιο.



Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιευτηκε στο Capital.gr



(*)Η λέξη «Σκαλομαρία» χρησιμοποιούνταν ευρέως τη δεκαετία του ‘40 και του ‘50 για να περιγράψει όλους τους «επιβάτες» που σκαρφάλωναν στα πιο απόκρημνα σημεία των αστικών τροχιόδρομων (ΤΡΑΜ), για να μετακινηθούν χωρίς εισιτήριο.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Μεσαία Τάξη: Ο θάνατος του εμποράκου

Καθώς η ύφεση συνεχίζει να επισκιάζει την ελληνική οικονομία βιώνουμε τη σταδιακή κοινωνική αποδιάρθρωση ή/και τον αφανισμό του μεγαλύτερου τμήματος της μεσαίας τάξης.  
Οι συνέπειες από αυτή την εξέλιξη αναμένεται να είναι δραματικές.
Η Μεσαία Τάξη (ΜΤ) θα μπορούσε να περιγράφει ως ή το σύνολο των οικονομικά ανεξάρτητων πολιτών που δε διαθέτουν αξιοσημείωτο μερίδιο κοινωνικής επιρροής / εξουσίας και σ’ αυτή συνήθως περιλαμβάνονται ελεύθεροι επαγγελματίες, εισοδηματίες, μάνατζερ μεγάλων επιχειρήσεων, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι.
Η ΜΤ διαθέτει ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά που την κατατάσσουν στο ρόλο μιας τάξης-κλειδί στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα:
  • ευνοεί τη συσσώρευση κεφαλαίου και την αποταμίευση, συμβάλλει στην απασχόληση και την αύξηση της παραγωγικότητας.
  • η καταναλωτική ισχύς της οδηγεί σε ανασύνθεση της ζήτησης κι επέκταση των αγορών, εξέλιξη που επιτρέπει την εμφάνιση οικονομιών κλίμακας.
  • ενθαρρύνει τις πολιτικές μεταρρυθμίσεων και τις θεσμικές αλλαγές που συνδράμουν την ανάπτυξη.
  • καθώς στους κόλπους της αναδύονται οι επιχειρηματίες που προωθούν την καινοτομία και την ανάπτυξη, προωθεί την οικονομική μεγέθυνση και ενεργοποιεί μακροχρόνιες επενδύσεις.
  • διαδραματίζει ένα ρόλο στη διακυβέρνηση, ζητά καλύτερες υπηρεσίες από τους κρατικούς αξιωματούχους και υποστηρίζει βέλτιστες αναπτυξιακές πολιτικές.
  • συμβάλλει στη μεσολάβηση ανάμεσα στις φτωχές και τις πλουσιότερες τάξεις και συγκρατεί τις κοινωνικές συγκρούσεις.
  • απεχθάνεται την πολιτική σύγκρουση και την αστάθεια και ευνοεί μια κοινωνία με εκτεταμένες πολιτικές ελευθερίες και δημοκρατικές αξίες.
  • ειδικεύεται σε ενασχολήσεις που απαιτούν δεξιότητες και εμπειρία και ευνοεί αξίες όπως η υπομονή, η επιμονή, η προσπάθεια και η ισχυρή εργασιακή ηθική.
  • τροφοδοτεί την ευημερία και την κοινωνική ειρήνη και προωθεί τη δημοκρατία, τον εκσυγχρονισμό και την «ανοικτότητα». 
  • υποστηρίζει τη χρηστή διακυβέρνηση, τον περιορισμό της διαφθοράς, τη δημόσια επένδυση στην υγεία, την εκπαίδευση και τη δημιουργία υποδομών.
  • συνιστά μια ήρεμη πολιτική δύναμη, μια «πολιτικά κεντρώα» αλλά επ’ ουδενί ριζοσπαστική τάξη με οριακές εκλογικές μετακινήσεις προς τα αριστερά ή δεξιά.
Η σταδιακή εξαφάνιση της ΜΤ στη χώρα μας άρχισε με την πτώση της παραγωγικότητας τον αφανισμό της ελληνικής οικοτεχνίας/ βιοτεχνίας, τον «θάνατο» των οικογενειακών επιχειρήσεων, την συρρίκνωση των κοινωνικών στρωμάτων των αυτοαπασχολουμένων.
Η ύφεση αναμένεται να ολοκληρώσει το τραγικό αυτό έργο. Το μεγαλύτερο μέρος της ΜΤ θα υποβιβαστεί στην εργατική τάξη, ενώ πολύ μικρότερο θα ανέρθει στην κοινωνική ελίτ. Η συρρίκνωση της ΜΤ ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, σε καταπίεση και σε διεύρυνση των φαινομένων  βίας.
Κοντολογίς, η απίσχνανση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων προοιωνίζει αρνητικές πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Ο θάνατος του εμποράκου θα καταφέρει ένα βαρύτατο πλήγμα κατά της ευημερίας, ενδεχομένως και κατά της δημοκρατίας μας. Ας επαγρυπνούμε. 

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Business as usual? Τα οικονομικά των κομμάτων

Μια από τις πιο ζοφερές πτυχές της δημοκρατίας μας είναι τα οικονομικά των κομμάτων. Κι αν λόγω της ύφεσης η αγορά πλέον βρίθει από προβληματικές επιχειρήσεις, οι στυλοβάτες της δημοκρατίας μας έχουν ανάλογη πορεία. Φαίνεται πως πολύ πριν κυβερνήσουν και δημιουργήσουν το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, τα κομματικά στελέχη «προπονούνται» διογκώνοντας τα χρέη των πολιτικών οργανισμών.
Πράγματι τα οικονομικά δεδομένα είναι συντριπτικά: μόνο τα δύο μεγαλύτερα κόμματα οφείλουν στις τράπεζες ποσά που προσεγγίζουν τα 250 εκατ. ευρω, ενώ η κατάσταση είναι ανάλογη και σε μικρότερα κόμματα.
Ενώ ο λαός υποβάλλεται σε εξοντωτικές θυσίες, τα κόμματα (τα οποία παρεμπιπτόντως αρνήθηκαν πρόσφατα να κυβερνήσουν παραδίδοντας τη διακυβέρνηση σε εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό) σε ένα ρεσιτάλ κυνισμού συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και να δανειοδοτούνται προεξοφλώντας τούτη τη χρηματοδότηση έως και τα επόμενα 5-6 χρόνια. Το μέγα ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει το «μάρμαρο» αν τα κόμματα αναστείλουν τη λειτουργία τους;
Μάλιστα η κρατική χρηματοδότηση είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρη: η Ελλάδα είναι τέταρτη στην Ευρώπη στη λίστα της κατά κεφαλήν επιβάρυνσης των πολιτών από την κρατική επιχορήγηση (4,53 ευρω/ έτος), ενώ πρώτο είναι το πλούσιο Λουξεμβούργο (19,3 ευρώ/ έτος). Με άλλα λόγια, η «χρεοκοπημένη» Ελλάδα επιδοτεί τα κόμματα με 10,1 ευρώ /ψήφο, ενώ η οικονομικά ισχυρή Γερμανία με 0,7 ευρω ανά ψήφο
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Λόγω της πληθώρας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η πολιτική επικοινωνία γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή, ενώ το ενδιαφέρον των πολιτών συρρικνώνεται, εξέλιξη που αυξάνει γεωμετρικά τις δαπάνες των πολιτικών οργανισμών για διαφήμιση. Πράγματι, τα έξοδα τόσο των κομμάτων, όσο και των υποψηφίων βουλευτών γιγαντώνονται ωθώντας αναπόφευκτα προς παράνομες συναλλαγές.
Τα κόμματα χρηματοδοτούνται κυρίως από δύο πηγές: τους ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) και το κράτος. Τα  κονδύλια του προϋπολογισμού για τα πολιτικά κόμματα του κοινοβουλίου περιλαμβάνουν: α) τακτική επιχορήγηση και β) έκτακτη προεκλογική επιχορήγηση. Καθώς όμως το δημόσιο χρέος έχει εκτροχιαστεί τα κόμματα υποχρεώνονται να αναζητήσουν κεφάλαια αλλού. Κι εκεί γεννάται το πρόβλημα των άδηλων οικονομικών συναλλαγών.
 Κάθε κόμμα για να λειτουργήσει χρειάζεται χρηματικά κεφάλαια και οφείλει να λογοδοτεί στους πιστοδότες του (μέλη και φίλοι κόμματος, κράτος, τράπεζες, χορηγοί). Οι επιχορηγήσεις του κράτους θα πρέπει να περιοριστούν δραστικά και να συνδεθούν με τις ιδιωτικές εισφορές που θα καταβάλλονται στα κόμματα μέσω τραπεζικού λογαριασμού και θα δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά.
Τα κόμματα οφείλουν, εξάλλου, να υιοθετήσουν τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης και της διαφάνειας στα οικονομικά τους, να τηρούν βιβλία Γ κατηγορίας με τη χρήση του διπλογραφικού συστήματος, να δημοσιεύουν λογιστικές καταστάσεις (Ισολογισμός, Λογαριασμός Αποτελεσμάτων χρήσης, Κατάσταση ταμειακών ροών και κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης) καθώς και να υπόκεινται σε κρατικό φορολογικό έλεγχο και έλεγχο ορκωτών ελεγκτών.
Σκόπιμη θα ήταν, ακόμη, η σύσταση μιας εξωκοινοβουλευτικής αρχής με ουσιαστική ανεξαρτησία από τις κομματικές επιρροές, η οποία θα επιτηρεί τα οικονομικά των πολιτικών οργανισμών.
Αναγκαίο είναι να απαγορευθούν και οι συλλογικές μετακίνησης ετεροδημοτών με δαπάνη των κομμάτων -που άλλωστε συνιστά και έμμεσο χρηματισμό των εκλογέων, ενδεχομένως με παράλληλη θεσμοθέτηση της ψήφου στον τόπο κατοικίας η της επιστολικής ψήφου.  
Με όλα αυτά θα αποτραπούν οι διαδρομές των κομμάτων στην «υπόγεια οικονομία» και θα ενισχυθεί η ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Συνήγορος του Εργαζόμενου: μια ώριμη ανάγκη


Θα ήταν κοινοτοπία η διαπίστωση ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι σε πολλές περιπτώσεις χαοτική εν μέσω της αδυναμίας των ελεγκτικών αρχών, αλλά και των εκτεταμένων παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας.
Από την άλλη πλευρά, η προοπτική και το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη για την επίλυση των πιο απλών ατομικών διαφορών εργασίας αποθαρρύνει πολλά στρώματα εργαζομένων από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Φαίνεται πως είναι ώριμες πλέον ο συνθήκες για να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός εξωδικαστικός θεσμός επίλυσης των ατομικών διαφορών εργασίας, ένας Συνήγορος του Εργαζόμενου (ΣτΕ). Το παράδειγμα του Workplace Ombudsman στην Αυστραλία είναι πολύ ενδιαφέρον και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, τηρουμένων των αναλογιών, και στη χώρα μας.
Ο Συνήγορος του Εργαζόμενου (ΣτΕ) είναι ένας ανεξάρτητος θεσμός της αυστραλιανής κοινοπολιτείας, που ευθύνεται για τη συμμόρφωση στο δίκαιο των εργασιακών σχέσεων και υποστηρίζεται από ένα Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας και ανάλογο διοικητικό προσωπικό.
Οι υπηρεσίες που συνήθως προσφέρει ο ΣτΕ προς τους εργοδότες και εργαζομένους είναι: α) βοηθά εργοδότες και εργαζομένους να αντιληφθούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της εργατικής νομοθεσίας, β) προωθεί και παρατηρεί τη συμμόρφωση με το νομικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, και ακόμη παρέχει βοήθεια, συμβουλές και διάχυση πληροφόρησης, γ) διερευνά τα παράπονα ή τις ενδεχόμενες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, δ) εξετάζει κάθε εργασιακή ρύθμιση ή πρακτική που ενδέχεται να αντιβαίνει με το δίκαιο των εργασιακών σχέσεων, ε) θεσπίζει νομικές διαδικασίες για να ενισχύσει την εφαρμογή του δικαίου των εργασιακών σχέσεων, στ) εκπροσωπεί τους εργαζομένους που εμπλέκονται ή μπορεί να εμπλακούν σε νομικές διαδικασίες, ζ) αναφέρει τα περιστατικά στις αντίστοιχες αρχές, η) παρέχει, όταν είναι απαραίτητο, οδηγίες σχετικά με την άσκηση ή την εκτέλεση των εξουσιών και λειτουργιών των Επιθεωρητών Εργασίας.
Ο ΣτΕ ενεργοποιείται ανταποκρινόμενος σε πολλαπλά ερεθίσματα που μπορεί να προέρχονται από εργαζόμενους, εργοδότες, εργατικά συνδικάτα ή μια κοινοβουλευτική συζήτηση. Πολιτική του ΣτΕ είναι να μη θεωρεί «πελάτη» του την μία πλευρά, καθώς όταν δέχεται ένα αίτημα διερεύνησης μιας υπόθεσης ενεργεί αμερόληπτα. Μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις ο ΣτΕ είναι υποχρεωμένος να παραπέμψει τα εμπλεκόμενα μέρη σε δικαστική διευθέτηση της υπόθεσής τους.
Η αντίστοιχη εμπειρία από ανάλογους θεσμούς (π.χ. Συνήγορος του Πολίτη) δείχνει ότι οι ανεξάρτητοι θεσμοί συμφιλίωσης μπορεί να έχουν ένα μεγάλο πεδίο αποτελεσματικής δράσης στη χώρα μας, αρκεί να στηριχτούν από το κράτος και τους κοινωνικούς εταίρους. Σε κάθε περίπτωση, η διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου στον χώρο της εργασίας, που θεσπίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, εξακολουθούν εν πολλοίς να αποτελούν το μεγαλύτερο διακύβευμα εκατό χρόνια αργότερα.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ορατότης Μηδέν: Η Δια Βίου Μάθηση τον καιρό του Μνημονίου

Οι τελευταίες δεκαετίες γινόμαστε μάρτυρες μιας αύξησης της απασχόλησης στις υπηρεσίες, αλλά και τη συμπίεση της σε άλλους τομείς και ιδίως στον πρωτογενή. Παράλληλα στον κόσμο και την Ευρώπη βιώνουμε την κορύφωση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Οι πρώτες μετρήσεις των επιπτώσεων της ύφεσης απεικονίζουν μια αγορά εργασίας εξαιρετικά αδύναμη. Το ποσοστό ανεργίας είναι πολύ υψηλό και η διάρκεια ανεργίας πρωτοφανώς μακρά.


Ιδίως στην Ελλάδα η κρίση χρέους και η ένταξη της χώρας μας σε καθεστώς εξωγενώς ελεγχόμενης πιστοδότησης οδήγησε στην συνομολόγηση του πολυθρύλητου Μνημονίου. Η δέσμη οικονομικών μέτρων συνοδεύει την εν λόγω διευθέτηση της χώρας μας με τους πιστωτές της ήδη οδηγεί στη συμπίεση της ζήτησης, την ύφεση και επομένως, στη διόγκωση της ανεργίας. Επιπλέον, σύμφωνα με εκτιμήσεις ερευνητικών κέντρων στο διάστημα της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας μας η αγορά εργασίας θα πρέπει, χρησιμοποιώντας το πλούσιο οπλοστάσιο της εργασιακής ευελιξίας, να μεταφέρει δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους από κλάδους μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών σε εξωστρεφείς κλάδους παραγωγής.

Από τη στιγμή που η εκπαίδευση έχει προσανατολιστεί στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η οικονομία έχει στραφεί προς τον τομέα των υπηρεσιών, βιώνουμε κι έναν ριζικό αναπροσανατολισμό της σχέσης κρατικών εκπαιδευτικών πολιτικών με τη χρήση της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ως εργαλείο πολιτικών απασχόλησης. Καθώς η ευθύνη για την εργασιακή ασφάλεια, που συνδυάζεται με την ευέλικτη απασχόληση μετατοπίζεται από τις επιχειρήσεις στους απασχολούμενους, τα άτομα αναλαμβάνουν το κόστος των επιλογών τους, ώστε να διατηρήσουν την απασχολησιμότητα τους, ενώ πλέον θεωρείται ότι η δια βίου μάθηση (ΔΒΜ) αποτελεί ατομική υπόθεση του πολίτη.

Επομένως, οι ανήκοντες στο εργατικό δυναμικό διαθέτούν ένα εύρος επιλογών μάθησης, που δυνητικά οδηγεί σε δύο επιλογές: α) το άτομο θα ενισχύσει τις γνώσεις και τις δεξιότητες του και αυτό θα τον οδηγήσει σε μία θέση εργασίας, επομένως το κράτος θα απαλλαγεί από το δημοσιονομικό κόστος των ενεργητικών (π.χ. επίδομα κατάρτισης) ή παθητικών πολιτικών απασχόλησης (π.χ. επίδομα ανεργίας) ή β) το άτομο παρά την «αξιοποίηση» των σχετικών πολιτικών δε θα καταφέρει να καταλάβει μια θέση εργασίας και θα «τιμωρηθεί με ανεργία» για τις «άστοχες» επιλογές του.

Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αντιμετωπίζει η χώρα μας για την αντιμετώπιση του διπλού προβλήματος στο έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το δημόσιο χρέος θα επιδεινώσουν το πρόβλημα. Μετά το Μνημόνιο οι ήδη πεπερασμένες κρατικές δαπάνες για την αντιμετώπιση της ανεργίας διαμέσου της χρηματοδότησης των προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και ανάπτυξης θα συμπιεστούν περαιτέρω. Η περικοπή των δαπανών για την εκπαίδευση θα συμπαρασύρει και τις δαπάνες για τη ΔΒΜ, ενώ και η ταχύρυθμη άνοδος της ανεργίας θα μειώσει την κατά κεφαλή δαπάνη των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι οι άνεργοι θα πρέπει πλέον να αναλάβουν οι ίδιοι όχι μόνο την ευθύνη για την επιλογή ΔΒΜ που θα προκρίνουν, αλλά επιπλέον να επωμιστούν και ένα σημαντικά μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ατομικής επένδυσης τους σε γνώσεις και δεξιότητες.

Τέλος, η διάδοση των ευέλικτων μορφών εργασίας (προσωρινή απασχόληση, συμβάσεις ορισμένου χρόνου κ.λπ.) καθιστά λιγότερο ενδιαφέρουσα την επένδυση σε επαγγελματική εκπαίδευση από τους εργοδότες: οι εργαζόμενοι με επισφαλή απασχόληση δεν προσφέρονται για επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο με δαπάνη των επιχειρήσεων, ενώ το πλεόνασμα προσφοράς στην αγορά εργασίας καθιστά εξαιρετικά ευχερή την προσέλκυση απασχολούμενων, που θα έχουν επενδύσει ατομικά -με ίδια δαπάνη- σε γνώσεις και δεξιότητες. Άρα, μετά το κράτος και οι εργοδότες αποποιούνται το δικό τους μέρος της ευθύνης για την επένδυση στη ΔΒΜ.

Οι περιορισμοί του συμβατικού εκπαιδευτικού συστήματος, του εθνικού συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης και των δράσεων ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης, αναδεικνύουν τη ΔΒΜ ως τον κρισιμότερο, ίσως, παράγοντα για τον εμπλουτισμό του ανθρώπινου κεφαλαίου με δεξιότητες (και δη κοινωνικές) που εδράζονται στην προσωπική ανάπτυξη των εργαζόμενων και την υποστήριξη της παρεχόμενης συναισθηματικής και αισθητικής εργασίας, μορφές εργασίας που δεσπόζουν σε πολυάριθμες οικονομικές δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιών.

Η υιοθέτηση μιας φιλοσοφίας της ΔΒΜ από τους φορείς χάραξης και άσκησης πολιτικής για την εκπαίδευση και την απασχόληση, τις επιχειρήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους και τους εργαζόμενους, αποτελεί ίσως την πλέον ενδεδειγμένη προσέγγιση στο μείζον πρόβλημα της ανεργίας, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με αναχρονιστικές πολιτικές .

Ωστόσο, η δημοσιονομική στενότητα και οι πολιτικές απασχόλησης φαίνεται πώς επιφυλάσσουν για το κράτος το ρόλο του μεγάλου απόντα στο πεδίο της δια βίου εκπαίδευσης, ενώ η εξατομίκευση των επιλογών και του κόστους της ΔΒΜ θα είναι πιθανότατα τα κύρια γνωρίσματα του αντίστοιχου πεδίου τα επόμενα χρόνια.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ποιός φοβάται το Συμπαραστάτη του Δημότη;

Μία αξιοσημείωτη καινοτομία του «Καλλικράτη» ήταν ο «Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης» (ΣΔΕ), ένας θεσμός για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών που διαμεσολαβεί για να προστατεύσει τον πολίτη αλλά και το κύρος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο ΣΔΕ εκλέγεται, ανάμεσα σε υποψηφιότητες προσώπων "κύρους και εμπειρίας" με πλειοψηφία των 2/3 του δημοτικού συμβουλίου. Η ασάφεια του νόμου ως προς τις έννοιες της εμπειρίας (σε τι;) και του κύρους (ποιος υπολείπεται;) έχει αναδείξει επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής των προσώπων που θα υπηρετήσουν το νέο θεσμό.
Τα πρώτα δείγματα από την επιλογή των ΣΔΕ σε δήμους της χώρας δεν είναι ενθαρρυντικά. Η ικανοποιητική αντιμισθία της θέσης και η ανάγκη για την τοποθέτηση «ημέτερων» με σκοπό την εξόφληση προεκλογικών γραμματίων από τις δημοτικές πλειοψηφίες έχει οδηγήσει στην εκλογή προσώπων που δεν παρέχουν εχέγγυα για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους. Έτσι, μέχρι σήμερα είδαμε να εκλέγονται στη θέση του ΣΔΕ πρώην δήμαρχοι, εκλογικά ατυχήσαντα στελέχη παρατάξεων, νεαροί δημότες πενιχρής εμπειρίας, άνεργοι που προσβλέπουν σε ένα εισόδημα και εν γένει πρόσωπα που δεν είναι κατάλληλα – σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου- για να διαδραματίσουν το ρόλο του ΣΔΕ.          
Πέραν των κωλυμάτων και των ασυμβίβαστων του «Καλλικράτη», οι ουσιαστικές προϋποθέσεις είναι πιο κρίσιμες για την αποτελεσματική άσκηση του ρόλου του ΣΔΕ. Ο ΣΔΕ θα πρέπει να διαθέτει την εμπιστοσύνη των δημοτών, εγγυήσεις ανεξαρτησίας και διαπιστευμένες γνώσεις διοικητικών λειτουργιών, καθώς θα κληθεί να χειριστεί πολυσύνθετες  διοικητικές υποθέσεις.
Αντίθετα η επιλογή του ΣΔΕ στο πνεύμα μιας επιδίωξης που θεωρεί το θώκο ως οιονεί θέση αντιδημάρχου ή παραχωρεί μια έμμισθη θέση (και δη καλοπληρωμένη) στους «πελάτες» της δημοτικής πλειοψηφίας υποσκάπτει εν τη γενέσει του το νέο θεσμό.
Το διακύβευμα στην τοποθέτηση του ΣΔΕ είναι αν η πλειοψηφούσα παράταξη θα "τολμήσει" να εκλέξει στη θέση αυτή ένα πρόσωπο ικανό, ανεξάρτητο και χρήσιμο ή θα επιλέξει τη λύση ενός ανώδυνου προσώπου - "μαριονέτα", το οποίο θα συνδράμει την προσπάθεια της εκάστοτε δημοτικής αρχής να αποσείσει τις ευθύνες της και να ασκήσει ανεξέλεγκτα τις εξουσίες της. Επιπροσθέτως, είναι αδήριτη η αναγκαιότητα να καλυφθούν και τα νομικά κενά του Καλλικράτη σε αυτό το σημείο.
Μερικές τροποποιήσεις που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν είναι:
·        Να οριστούν απαιτήσεις εκπαίδευσης (π.χ.  πτυχίο ΑΕΙ/ ΤΕΙ) και επαγγελματικής διαδρομής (π.χ. 10 χρόνια προϋπηρεσίας) για τους υποψηφίους ΣΔΕ.
·        Η «εμπειρία» που προβλέπεται από το νόμο θα μπορούσε να διασφαλισθεί με την καθιέρωση ενός ελάχιστου  ορίου ηλικίας (π.χ. τα 30 έτη).
·         Οι διεκδικητές της θέσης δε θα πρέπει να ήταν υποψήφιοι για κανένα αιρετό αξίωμα στις τελευταίες δημοτικές εκλογές. (Χρήσιμη θα ήταν ακόμη μία δημόσια δέσμευση του ΣΔΕ που θα εκλεγεί ότι δε θα διεκδικήσει την ψήφο των δημοτών στις επόμενες εκλογές, ώστε οι σχέσεις που θα δημιουργήσει με τους δημότες στα πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του να μην είναι εξαγοράσιμες εκλογικά)  
·        Οι υποψήφιοι ΣΔΕ θα πρέπει να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχουν καμία επαγγελματική σχέση η σύμβαση με τον Δήμο και ότι δεν υπάρχει καμία σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στη θέση του ΣΔΕ και τις λοιπές επαγγελματικές τους ασχολίες
·        Οι υποψηφιότητες θα πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον  επτά (7) ημέρες πριν την πρώτη ψηφοφορία στο δημοτικό συμβούλιο, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για διαβούλευση και συνεννόηση μεταξύ των παρατάξεων.
·        Θα πρέπει μια ad hoc διαπαραταξιακή επιτροπή να εξετάζει τις αιτήσεις, να συντάσσει συγκριτικούς πίνακες αξιολόγησης των βιογραφικών σημειωμάτων των υποψηφίων και να εισηγείται προς το δημοτικό συμβούλιο τη σειρά κατάταξης των υποψηφίων.
·        Η ψηφοφορία πρέπει να είναι φανερή και αιτιολογημένη, ώστε να διευκολύνεται η συναίνεση  η μυστική ψηφοφορία οδηγεί σε υπόγειες συνεννοήσεις και διευκολύνει τον εκμαυλισμό συνειδήσεων.    
Με αυτόν τον τρόπο θα αποσοβηθεί ο κίνδυνος το νευραλγικό αυτό αξίωμα να μετατραπεί σε φενάκη, σε αργομισθία προσώπων που δε διαθέτουν τις προϋποθέσεις για να υπηρετήσουν το νεόδμητο θεσμό, άρα και τους δημότες.   


Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Ora et Lavora#: Η μισθωτή εργασία πάει ΔΝΤ

Η ένταξη της χώρας μας στα χρηματοδοτικά προγράμματα του ΔΝΤ σηματοδότησε και την έναρξη μιας διεργασίας, η οποία θα αναπροσανατολίσει το ρόλο και το ειδικό βάρος της μισθωτής εργασίας στην ελληνική κοινωνία.




Η πρώτη διάσταση αυτής της ανέλιξης αφορά στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, τον πιο βασικό πυλώνα της κοινωνικής αλληλεγγύης.



Είναι πρόδηλο ότι οι προωθούμενες μεταβολές δε συνιστούν μόνο πρωτοβουλίες οικονομικού εξορθολογισμού. Αποτελούν ταυτόχρονα και συθέμελους κλυδωνισμούς του οικοδομήματος στήριξης της ελληνικής οικογένειας που κυριάρχησε μετά τη μεταπολίτευση. Αυτό σημαίνει ότι οι μελλοντικοί συνταξιούχοι θα είναι υποχρεωμένοι να προσδοκούν λιγότερες -ποιοτικά και ποσοτικά- παροχές κοινωνικής πρόνοιας κι, επομένως, να στηριχτούν περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις μετά τη δύση του εργασιακού τους βίου. Η νέα δέσμη μέτρων στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος θα αντανακλάται σε χαμηλότερες συντάξεις, περιορισμένες παροχές υγείας και περίθαλψης και, ασφαλώς, σε υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των ασφαλισμένων.



Από την άλλη πλευρά φαίνεται πως ήδη έχει δρομολογηθεί το εγχείρημα για την αναθεώρηση των βασικών πυλώνων του εθνικού συστήματος εργασιακών σχέσεων.



Το νέο τοπίο εντός του οποίοι μορφώνονται οι εργασιακές σχέσεις προβλέπεται πως θα είναι ριζικά διαφοροποιημένο: Τα όρια ομαδικών απολύσεων θα είναι αυξημένα, οι αμοιβές της εργασίας συρρικνωμένες, οι μηχανισμοί επίλυσης των συλλογικών εργασιακών διαφορών αποδυναμωμένοι (ΟΜΕΔ), ενώ εν γένει θα επιταχυνθούν τα προωθητικά μέτρα για μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας.



Η θέση της μισθωτής εργασίας στο εγχώριο οικονομικό γίγνεσθαι θα είναι πολύ διαφορετική και θα συνδέεται με φαινόμενα αντιπληθωρισμού, αρνητική/ μηδενική εισοδηματική πολιτική και συρρίκνωση του ΑΕΠ.



Οι παραπάνω σαρωτικές μεταβολές είναι πολύ πιθανό να κλονίσουν δραματικά τους πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε η συναίνεση των εργατικών κι εργοδοτικών οργανώσεων την τελευταία εικοσαετία.



Η καινούρια πραγματικότητα θα συνοδευτεί από έντονες πιέσεις για «εσωτερική υποτίμηση» (διαμέσου μισθολογικών περικοπών) και ενίσχυση της εθνικής ανταγωνιστικότητας.



Οι χαλεπές ημέρες που έρχονται φαίνεται πως επιφυλάσσουν για τους Έλληνες εργαζόμενους περισσότερη και πιο εντατική εργασία ∙ ίσως και περισσότερη προσευχή!















# Εργασία και Προσευχή (λατιν.)